Μερικές ερωτήσεις με αφορμή το δημοσίευμα: “Μια ξένη μόνη απέναντι σε όλο το χωριό”…και ολίγη Αμάρυνθος

Πρόκειται για το δημοσίευμα “Μια ξένη μόνη απέναντι σε όλο το χωριό”

Oι “γυναίκες του χωριού” πόσο παραπάνω απεχθείς μπορούσαν να γίνουν;

Ο ιερέας του χωριού, ο εκπρόσωπος της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο δημοσιογράφος του μεγάλου τηλεοπτικού καναλιού, ο εργολάβος οικοδομών… ως μάρτυρες υπεράσπισης του νταβατζή πόσο πιο νταβατζήδες συνειδήσεων μπορούσαν να γίνουν;

 Όταν όλοι αυτοί «διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους για τα χρηστά ήθη του κατηγορούμενου και την εξαιρετική ποιότητα του χαρακτήρα του» ενώ γνώριζαν ότι «πριν από τρεις μήνες συνελήφθη πάλι για σωματεμπορία» πόσο πιο βοθρολύματα μπορούσαν να γίνουν;

«Οταν κάποια στιγμή ο πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ρώτησε ποιοι ήταν πελάτες της κοπέλας, σχεδόν όλοι οι άνδρες που παρευρίσκονταν στην αίθουσα σήκωσαν το χέρι. Κανέναν δεν απασχολούσε το γεγονός ότι το θύμα προέβαινε σε ικανοποίησή τους υπό καθεστώς βίας, εκφοβισμού και ξυλοδαρμού»… οι γυναίκες του χωριού δεν βρίσκονταν στην αίθουσα;

«Μέχρι και ο ιερέας ρωτήθηκε εάν είχε υπάρξει πελάτης της. «Οχι, για όνομα του Θεού», απάντησε έντρομος»… ενώ «το όνομα του Θεού» συνηγορούσε στο να ψευδομαρτυρήσει για τον νταβατζή της ενορίας του…πόσο πιο απεχθής μπορεί να γίνει ο Θεός;

 Σε μια κλειστή κοινωνία όπου όλοι τα γνωρίζουν όλα…όταν «κάποια στιγμή η αστυνομία διενήργησε αιφνιδιαστική επιχείρηση, ένας αστυνομικός υποδύθηκε πελάτη και στη συνέχεια εισέβαλαν οι συνάδελφοί του»… πόσο πιο στημένη μπορούσε να γίνει μια υπόθεση όπου χάλασε η δουλεία της αστυνομίας με τον νταβατζή;

Η δικηγόρος τη ρώτησε και πάλι εάν θέλει να επιστρέψει στην Ουκρανία και να τελειώσουν όλα… «Θα πάω όταν τελειώσει η δίκη» απάντησε η νεαρή γυναίκα. «Θέλω να μείνω για τον αστυνόμο (σ.σ. που την έσωσε), την κοπέλα (σ.σ. που τη φιλοξενεί), τον εισαγγελέα (σ.σ. στην πρώτη δίκη) κι εσένα γιατί προσπάθησες». Πόσο πιο αφελής μπορούσε να γίνει ένας άνθρωπος όταν πάλεψε για τη δικαίωση από ένα σύστημα που αποκαθάρει τον νταβατζή με 27 χιλιάρικα και μερικούς περιοριστικούς όρους;

 «Συγχωριανοί, εκπρόσωποι Τοπικών Αρχών, όλοι γνώριζαν τις συνθήκες διαβίωσης του θύματος», λέει η κ. Γκλεγκλέ. «Κανείς τους, όμως, δεν αναρωτήθηκε εάν ο τρόπος ζωής του είχε στοιχεία εξαναγκασμού, εάν η συναίνεση να ζεί με αυτόν τον τρόπο ήταν αληθής, καθώς όλοι τους ήταν «ταγμένοι» υπέρ των συγχωριανών τους.”  Πόσο πιο εκνευριστικά «ευγενής» μπορούσε να γίνει κάποιος όταν θεωρεί ότι οι κανείς συγχωριανός δεν είχε «αναρωτηθεί για τον τρόπο ζωής» της γυναίκας:

Οι δικηγόροι που «δεν πείστηκαν» για τις ελευθερίες κινήσεων της λεηλατημένης γυναίκας και μειοψήφισαν στην απόφαση αποτελούν μέρος της δικαιοσύνης των βοθρολυμάτων από πεποίθηση ή απλώς διεκδίκησαν την περιώνυμη αυτή πελατεία του συγκεκριμένου  χωριού;

Και μια ερώτηση αφελούς κρίσεως: το χωριό αυτό σήμερα είναι υπέρ της δημοκρατίας ή υπέρ του φασισμού;

Με δεδομένη και σήμερα την είδηση ότι: “Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Χαλκίδας έκρινε παμψηφεί αθώους τους τέσσερις κατηγορούμενους για το βιασμό της 15χρονης μαθήτριας το 2006, στο λύκειο της Αμαρύνθου, στην Εύβοια, την περίοδο των μαθητικών καταλήψεων”, μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε αυτή την επικράτεια για τις “γυναίκες του χωριού”, τους ιερείς, τους εκπρόσωπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, τους δημοσιογράφους, τους εργολάβους, όλο αυτό το “σύνηθες” γαϊτανάκι που κάθε δύσμοιρη φορά θέλει να στοιχιώνει σαν εφιάλτης ό,τι θεωρούμε αλληλεγγύη και αξοπρέπεια σε αυτή τη ζωή.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *