Η εποχή των εκπτώσεων: κυβερνοαριστερά, κοινωνική συντηρητικοποίηση και φασισμός

12190121_954164834648139_5478379325470632337_n

1

Η κυβερνοαριστερά έχει χάσει εκείνο το ηθικό πλεονέκτημα  που διαφημίστηκε ως “ελπίδα” και κατασίγασε για ένα μεγάλο και καίριο χρονικό διάστημα -προς όφελος της “ομαλής λειτουργίας” του (καπιταλιστικού) συστήματος-  τις γενικευμένες αντιμνημονιακές κοινωνικές ανησυχίες. Πριν ακριβώς ένα χρόνο γράφαμε: “Λίγες μόλις μέρες έχουν περάσει από την εκλογή της νέας κεντρικής πολιτικής διαχείρισης από το υβριδικό σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα του Σύριζα και η αλλαγή είναι εντυπωσιακή.  Ακριβώς, όμως, γιατί πρόκειται για μια αλλαγή των εντυπώσεων. Αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εντυπώνεται η κυριαρχική σχέση στην κοινωνική συνείδηση. Οι εύκολες αλλαγές (σε επίπεδο μορφής και συμβολισμών)… εύκολα καίγονται. Οι εντυπωσιακές αυτές αλλαγές που θέλουν να παρουσιάζονται ως πολιτισμικές τομές, δημιουργούν, ωστόσο, κοινωνικές προσδοκίες σε επίπεδο αλλαγής των κυριαρχικών δομών τέτοιες που δεν πρόκειται να ικανοποιηθούν  στην προδιαγραφόμενη ευθεία αναλογία τους. Όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει καμία αλλαγή σε αυτή καθεαυτή την δομή της κυριαρχικής σχέσης αλλά και γιατί κανείς δεν διατείνεται ότι θα υπάρξει.” Εκείνο που ήταν ευθύς εξαρχής ξεκάθαρο αφορούσε δια στόματος πρωθυπουργού: την αλλαγή στο ύφος της εξουσίας. Και μέχρις εδώ υπήρξε ειλικρίνεια: αλλαγή στο ύφος κι όχι στην ουσία της εξουσίας. Στις μέρες μας, ωστόσο, όχι μόνο έχει διαλυθεί κάθε ψευδαίσθηση όσον αφορά την αδιατάρακτη ουσία της κυριαρχίας αλλά στέρεψε και το “αριστερό ύφος” της. Η θολή αξιοπρέπεια του κυβερνητικού μορφ(εκτρ)ώματος έχει αποκαθηλωθεί ανεπιστρεπτί και κανείς δεν πιστεύει στους υπουργικούς ψευτοτσαμπουκάδες και τις “κόκκινες γραμμές” απέναντι στους “δανειστές”.

2

Εναλλακτική πολιτική λύση δεν υπάρχει στο βαθμό που φαίνεται ότι δεν έχει απολύτως καμία σημασία η κεντρική πολιτική διαχείριση, καθώς δουλεύει ο “αυτόματος πιλότος” των υπερεθνικών διευθυντηρίων. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια λανθάνουσα κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας. Οι κομματικές σημαίες έχουν πια εξαφανιστεί από τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις κι έχουν αντικατασταθεί από την γαλανόλευκη. Η αυταπάτη των εθνικών ιδεωδών βγαίνει και πάλι στο προσκήνιο για να παίξει το βρώμικο διαταξικό της παιχνίδι ως το μόνο εχέγγυο της κοινωνικής συνοχής με σημείο αναφοράς την “εθνική προδοσία”. Κάθε αναφορά στον καπιταλισμό και την κρατική λογική ως αίτια του γενικευμένου κοινωνικού εξανδραποδισμού εκλαμβάνεται ως απωθητική ρητορική πολιτικαντισμού και κομματοκρατίας. Η απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη έχει για μια ακόμη φορά αρνηθεί κάθε ταξική αναφορά για να δεθεί στο άρμα της “εθνικής ανεξαρτησίας” , το οποίο με τη σειρά του καθοδηγείται από το “εθνικό κεφάλαιο” φενακισμένο ως… δέσμιο μιας αιχμάλωτης οικονομίας.

3

Η κοινωνική συντηρητικοποίηση είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στις μέρες μας και η απόπειρα ερμηνείας της είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία. Εκείνο που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι η αναγωγή στην καθολική πλέον κρίση του συστήματος αλλά πολύ πιο εστιασμένα στην ψευδή συνείδηση που αναδύεται από την κρίση των ιδεολογιών. Το ζητούμενο είναι η ερμηνεία της συντηρητικοποίησης ως απότοκου της πολιτικής κρίσης: “Οι διαφορές της διαλεκτικής ποιότητας της συνείδησης παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην πορεία της κοινωνιολογικής αλλοτρίωσης. Αυτές οι διαφορές είναι λειτουργία των διαφόρων παραγόντων: συντηρητική ψυχολογία, που τείνει να αρνηθεί τον διαλεκτικό χαρακτήρα των οικονομικών κατηγοριών ενός δεδομένου οικονομικού συστήματος, οντοποίηση της συνείδησης, εισβολή αρχαϊκών προ-διαλεκτικών στοιχείων, ενέργεια της προπαγάνδας, που πληρώνει την αποτελεσματικότητά της με την απαλλαγή της προσπάθειας, που απαιτεί η διαλεκτική τοποθέτηση των προβλημάτων, αποκέντρωση της σκέψης με την είσοδο πλεονεκτικών συστημάτων (συλλογικός εγωκεντρισμός) με μια παλινδρόμηση σ’ ένα προδιαλεκτικό στάδιο, που αναλογεί στην παιδιάστικη σκέψη”. (Τζ. Γκάμπελ, η ψευδής συνείδηση). Αδιαμφισβήτητα, η συντηρητικοποίηση -ακόμη και των κοινωνικών αγώνων- συνάδει με την έκκληση αρχαϊκών προδιαλεκτικών στοιχείων και τον συλλογικό εγωκεντρισμό. Κι αυτά είναι ακριβώς τα στοιχεία που μεταβολίζουν με την εθνική αυταπάτη την ποιότητα της ψευδούς συνείδησης.

4

Αυτή η ποιότητα συντηρητικοποίησης έρχεται με τη σειρά της να υπονομεύσει την φενακισμένη προοδευτικότητα της κυβερνοαριστεράς και να την μετατοπίσει προς την δεξιά ρητορική προκειμένου να επιβιώσει στην κεντρική πολιτική διαχείριση. Κι ενώ η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου έρχεται να συναντήσει τα κοινωνικά αναχώματα -με τα χαρακτηριστικά που η ίδια η κυβερνοαριστερά είχε επικαλεστεί την εποχή της αντιμνημονιακότητάς της: την “εθνική αντίσταση”- η “προσφυγική κρίση” αποτελεί ένα καίριο πλέον διακύβευμα που βρίσκεται στο στόχαστρο της “λαϊκής” απαίτησης για “εθνική σωτηρία”.  Δεν είναι τυχαίο ότι η πρόσφατη συγκέντρωση 3.000  Κώων στις 10 Φλεβάρη δεν αφορούσε το μνημόνιο, την αύξηση του ΦΠΑ κατά 10%, τα άθλια μεροκάματα στις ξενοδοχειακές μονάδες, την αποψίλωση του νησιού αλλά… την άρνηση δημιουργίας hot spot για τους πρόσφυγες.  Η ρητορική της κυβερνοαριστεράς μέσα σε αυτή τη συνθήκη για άμεση επαναπροώθηση των μεταναστών και …καταναγκαστική (!) φροντίδα των προσφύγων λόγω της συνθήκης της Γενεύης (αφού γελοιοποιεί το πυροτέχνημα ενός “νόμπελ ειρήνης” στους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου) επιβεβαιώνει με σαφήνεια μια δεξιά μετατόπιση προκειμένου να κολακευτεί η ελαύνουσα κοινωνική συντηρητικοποίηση.

5

Οι κίνδυνοι είναι πολλοί όταν υπάρχει αφενός μεν κρίση της κοινωνικής νομιμοποίησης της εξουσίας αφετέρου δε κοινωνική συντηρητικοποίηση. Κι αυτό γιατί οι πιθανότητες ριζοσπαστικοποίησης των υποτελών τάξεων μέσα σε αυτή τη συνθήκη επιδιώκεται να τεθούν υπό αμφισβήτηση, καθώς έχουν ήδη υπονομευτεί όχι μόνο από την ανυπαρξία ριζοσπαστικών πολιτικών και κοινωνικών προοπτικών αλλά και από την “αριστερή” απαλλοτρίωση και τον παρεπόμενο ακυρωτικό αποπροσανατολισμό -προς κάθε αυθεντική ριζοσπαστικοποίηση- του κοινωνικού αυθόρμητου. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το εργαλείο της φασιστικής ιδεολογίας βρίσκεται στο “φυσικό” του περιβάλλον. Όχι βέβαια, γιατί είναι προϊόν της οικονομικής κρίσης (ένα καθολικό οικονομικό “κραχ”  στις ΗΠΑ του 1929 δεν μετατόπισε επουδενί τις υποτελείς τάξεις προς τον φασισμό) αλλά γιατί σχετίζεται με την πολιτική κρίση και εμφανίζεται κάθε φορά όταν αυτή εκφράζεται ως κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης της κεντρικής εξουσίας. Ο Π. Τολιάτι, παρότι ήταν ένας αμείλικτος σταλινικός ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας στη διάρκεια του μεσοπολέμου αλλά και μεταπολεμικά, δεν θα μπορούσε παρά να αντλήσει -φύσει και θέσει- από την αντιφασιστική εμπειρία της εποχής του. Κι έτσι στα “μαθήματα για το φασισμό” το 1939 συνοψίζει την αντίστοιχη εμπειρία: “Η φασιστική ιδεολογία περιέχει μια σειρά από ετερογενή στοιχεία. Πρέπει να το έχουμε υπόψη αυτό, γιατί αυτό το χαρακτηριστικό μάς επιτρέπει να καταλάβουμε σε τί εξυπηρετεί αυτή η ιδεολογία. Αυτή εξυπηρετεί στο να στερεώσει μαζί διάφορα ρεύματα στην πάλη για την δικτατορία πάνω στις εργαζόμενες μάζες και να δημιουργήσει γι’ αυτό το σκοπό ένα ευρύ μαζικό κίνημα. Η φασιστική ιδεολογία είναι ένα εργαλείο που δημιουργήθηκε για να κρατάει δεμένα αυτά τα στοιχεία. Ένα μέρος της ιδεολογίας, το εθνικιστικό, εξυπηρετεί άμεσα στην αστική τάξη, το άλλο χρησιμεύει σαν θεσμός. Σας κάνω επιφυλακτικούς απέναντι στην τάση να θεωρείται η φασιστική ιδεολογία σαν κάτι το στέρεα φτιαγμένο, τελειωμένο, ομοιογενές. Τίποτα δεν μοιάζει σ’ ένα χαμαιλέοντα απ’ όσο η φασιστική ιδεολογία. Μην κοιτάζετε τη φασιστική ιδεολογία χωρίς να βλέπετε τον στόχο που έθετε ο φασισμός αυτή την καθορισμένη στιγμή μ’ αυτή την καθορισμένη ιδεολογία. Σαν θεμελιακή γραμμή παραμένει: υπερβολικός εθνικισμός και αναλογία με τη σοσιαλδημοκρατία. Γιατί αυτή η αναλογία; Γιατί και η σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία είναι μικροαστική ιδεολογία. Δηλαδή, στις δύο ιδεολογίες το μικροαστικό περιεχόμενο είναι ανάλογο. Αλλά αυτή η ιδεολογία εκφράζεται με διαφορετικές μορφές στους διάφορους καιρούς και χώρες”. Χωρίς να εγκλωβιστούμε στα χαρακτηριστικά του μεσοπολέμου, είναι πασιφανή τόσο ο χαμαιλεοντισμός του φασισμού, η υποτακτικότητά του σε συγκεκριμένες ομάδες μεγάλων συμφερόντων, η “κινηματική” του απεύθυνση στην μικροαστική ιδεολογία, όσο και από την άλλη, η σχέση της σοσιαλδημοκρατίας των ημερών μας με αυτή την μικροαστική ιδεολογία (που προβάλλεται -πέραν της εδώ και μήνες ανεσταλμένης προοδευτικής ρητορείας και- στην πολιτική συνεργασία με τους ακροδεξιούς Αν.Ελλ.)

6

Συνακόλουθα όλων αυτών, είναι πασιφανής και η νέα μορφή της φασιστικής ιδεολογίας στο πλαίσιο των χαμαιλεοντικών της μεταμορφώσεων. Η δίκη της Χ.Α. θα συνεχιστεί για τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμη και εν τω μεταξύ έχει ήδη γίνει αισθητή η αλλαγή στην τακτική του “λαϊκού συνδέσμου”. Ως πολιτικό εργαλείο δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή την συγκεκριμένη συγκυρία. Στο κοινοβούλιο κάθε φασίστας αγορητής αυτοσυστήνεται πλέον ως “τρίτη πολιτική δύναμη” (προσπαθώντας να αντλήσει από τη δεξαμενή της αστικής δημοκρατικής κοινοβουλευτικής λογικής ό,τι προσφέρεται προκειμένου να ενδυναμώσει την προοπτική της καταστροφής της ίδιας αυτής λογικής), κάνει ασκήσεις εθνικής μεγαλοψυχίας επιχειρώντας να χαρακτηρίσει με αυτήν τους κοινωνικούς αγώνες (Παναγιώταρος: “εμάς δεν μας ενδιαφέρει να καπελώσουμε κανέναν αγώνα, μας φτάνει που οι ελληνικές σημαίες είναι σηκωμένες στα μπλόκα των αγροτών”) και δεν χάνει ευκαιρία να στοχοποιήσει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες (στην κλασσική φασιστική λογική όπου το πρόβλημα είναι πάντα οι ίδιοι οι μετανάστες κι όχι όλα αυτά που κάνουν τους ανθρώπους να μεταναστεύουν). Η διεισδυτικότητα αυτής της τακτικής μπορεί, φυσικά, να αποδώσει μέσα σε μια συνθήκη γενικευμένης κοινωνικής συντηρητικοποίησης.  Την ίδια στιγμή, οι φασιστικές επιθέσεις είναι πιο στοχευμένες,  έχουν απεκδυθεί των χαρακτηριστικών των ταγμάτων εφόδου, γίνονται χωρίς τα “διακριτικά” του “λαϊκού συνδέσμου” και χωρίς την πολιτική τους διαφήμιση. Αυτό λειτουργεί συνεκτικά στο εσωτερικό τους αφού δεν υποστέλλεται η επιθετική τους ρητορεία και την ίδια στιγμή το βάρος της πολιτικής τους επιλογής πέφτει στην συγκρότηση φασιστικού “κινήματος”. Έτσι, ο στόχος είναι να κεφαλαιοποιήσουν στο δρόμο τις επίμονες ψήφους που έχουν πάρει στις 4 τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις. Η τακτική για την επίτευξη του στόχου λέγεται: “επιτροπές κατοίκων” παντού. Με αυτόν τον τρόπο  επιχειρούν να στήσουν μια “κινηματική” δομή συνεπή με την κλασσική φυσιογνωμία της φασιστικής ιδεολογίας. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων προσφέρονται γι’ αυτό το σκοπό αφού πέραν της κοινωνικής συντηρητικοποίησης υπάρχει και μια εξαιρετικά θολή και αντιφατική εικόνα και από τη μεριά της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης για τον χαρακτήρα, τη λειτουργία και τη χρονική διάρκεια των στρατοπέδων αυτών αλλά και γενικότερα για την προσφυγική κρίση.

7

Δεν μπορεί να υπάρξει πόλεμος ενάντια στο φασισμό χωρίς πόλεμο ενάντια στην κοινωνική συντηρητικοποίηση (που οδηγεί ευθέως στον κοινωνικό εκφασισμό), τα σοσιαλδημοκρατικά τερτίπια (που έχουν μέγιστη ευθύνη για την κοινωνική συντηρητικοποίηση), την εθνοκρατική λογική (που βγαίνει πάντα κερδισμένη σε βάρος των κοινωνικών και ταξικών αγώνων όχι μόνο με την κουλτούρα της διαταξικής αυταπάτης και της ανάθεσης αλλά και την κουλτούρα της καταστροφής των αγώνων αυτών καθεαυτών).

Κατάληψη Σινιάλο


by

Tags:

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *