Α.Ο.Ζ.: τι χρώμα έχει ο βυθός;

ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ: 03/01/2015
Αναλύσεις & Θέσεις

Tα “εθνικά θέματα”

Το θέμα με τις “αποκλειστικές οικονομικές ζώνες” (ΑΟΖ) όπως και άλλα παρόμοια ζητήματα που σχετίζονται με το ελληνικό κράτος και τον επεκτατισμό του είναι από αυτά που από μικροί έχουμε μάθει να αποκαλούμε “εθνικά” ή “διεθνή” θέματα. Με λίγα λόγια, τα “εθνικά θέματα” αναφέρονται σε χάρτες με τα ισχύοντα σύνορα του ελληνικού κράτους, σε άλλους χάρτες με τα επιθυμητά σύνορα του ελληνικού κράτους και τέλος σε βελάκια που δείχνουν κινήσεις μεταξύ στρατών, πόλεων και πρώτων υλών – πάνω σε σχετικούς χάρτες φυσικά. Τα θέματα αυτά έχουν να κάνουν δηλαδή με οργανώσεις (π.χ. τα κράτη, όπως είναι εν προκειμένω το ελληνικό κράτος) που επιθυμούν να εξασφαλίσουν ισχύ επί ενός γεωγραφικού χώρου, επί των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτόν και επί των δραστηριοτήτων αυτών των ανθρώπων [1].

Μέχρι στιγμής ξεχωρίζουμε πολύ αδρά τους δύο παράγοντες – τον ανθρώπινο και τον γεωγραφικό – που επηρεάζουν την εξασφάλιση της κρατικής ισχύος σε μια περιοχή. Ας το πάμε λίγο παραπέρα: Αυτοί οι δύο παράγοντες διαφέρουν ως προς την ταχύτητα με την οποία αλλάζουν. Ο γεωγραφικός είναι πιο στατικός (διότι το γεωγραφικό τοπίο αλλάζει με αργούς ρυθμούς), ενώ ο ανθρώπινος είναι πολύ πιο δυναμικός (καθώς οι ανθρώπινες κοινωνίες και το πολιτισμικό οικοδόμημά τους αλλάζουν όλο και πιο γρήγορα). Μια οργανωμένη προσπάθεια διατήρησης ισχύος σε μια περιοχή οφείλει να παρακολουθεί τις μεταβολές και τις αλληλεπιδράσεις αυτών των δύο παραγόντων. Εκτός αυτού, οφείλει αναγκαστικά να παρακολουθεί και τους δύο μαζί. Η υλικότητα αυτού του κόσμου αναγκάζει ανά τους καιρούς τους επίδοξους άρχοντες να παραδέχονται στους σχεδιασμούς τους ότι δε νοείται ισχύς χωρίς κυριαρχία πάνω στις δραστηριότητες των ανθρώπων και δε νοείται ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς τον γεωγραφικό χώρο. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ένας ηγεμόνας – όσο μακριά και αν φτάνει η βούλησή του – είναι “αλυσοδεμένος” με τους υπηκόους του και με τον υλικό χώρο: δίχως αυτά δεν υφίσταται η ηγεμονία του! Μέχρι να επιλυθεί αυτό το υπαρξιακό πρόβλημα των εξουσιαστών μπορούμε να πούμε με ασφάλεια σε αυτό το σημείο πως τα “εθνικά θέματα” σχετίζονται με την προσπάθεια διατήρησης ή επέκτασης του γεωγραφικού χώρου εντός του οποίου ασκεί ισχύ το ελληνικό εθνοκράτος επί των δραστηριοτήτων των κατοίκων του.

Ο (θαλάσσιος) χώρος και ο νόμος

2000px-Zonmar-en.svg

Μέχρι πολύ πρόσφατα ο θαλάσσιος χώρος δεν αποτελούσε ιδιαίτερο ζήτημα στις σχέσεις μεταξύ των κρατών και η δικαιοδοσία κάθε κράτους επί των υδάτων με τα οποία “βρεχόταν” η επικράτειά του καθοριζόταν από τον εξής απλό κανόνα: κουμάντο κάνεις μέχρι τρία ναυτικά μίλια (ν.μ.) από τη στεριά σου (όπου το ένα ναυτικό μίλι ισούται με 1,8 χιλιόμετρα). Από εκεί και πέρα, ο χώρος αποτελεί διεθνή ύδατα και μπορεί να τον διαβαίνει όποιος και όπως θέλει. Ο κανόνας αυτός ίσχυε από τον 17ο αιώνα και ονομαζόταν χαϊδευτικά “κανόνας της βολής κανονιού” [2].

Ωστόσο, τα πράγματα με τον θαλάσσιο χώρο άρχισαν να γίνονται πιο πολύπλοκα από τις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς η εξέλιξη των τεχνικών μέσων είχε επιτρέψει εντωμεταξύ την περαιτέρω έρευνα και χαρτογράφηση μέρους του θαλάσσιου βυθού, τη δυνατότητα εκμετάλλευσης μέρους των πλουτοπαραγωγικών πηγών του και τη δυνατότητα στρατιωτικής χρήσης της ανοιχτής θάλασσας και του βυθού. Με άλλα λόγια, το ενδιαφέρον των κρατών για τον θαλάσσιο χώρο – όπως και για κάθε είδους χώρο εδώ που τα λέμε – είναι ευθέως ανάλογο της (στρατιωτικής ή οικονομικής) ισχύος που είναι σε θέση να αντλήσουν από αυτόν. Ο θαλάσσιος χώρος –αλλά και ο εναέριος! [3]– από καιρό αποτελούσε πηγή φιλοσοφικού ρεμβασμού για τα κρατικά επιτελεία: αφεντικίσιου φιλοσοφικού ρεμβασμού του είδους “τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσαμε να ελέγχουμε το τάδε”. Αλλά η οικονομία της δράσης επιβάλλει να κινητοποιείσαι ανάλογα με τις δυνατότητές σου κάθε στιγμή και οι αρχές του 20ου αιώνα ήταν όντως μια περίοδος που σήμανε την ύπαρξη τεχνολογικών δυνατοτήτων για την εκμετάλλευση του βυθού. Οι νομικές, στρατιωτικές, θεσμικές και λοιπές δυνατότητες έπρεπε να ακολουθήσουν.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα ο κλάδος της Νομικής που ονομάζεται “Δίκαιο της Θάλασσας” έχει αναθέσει στον εαυτό του να ορίσει ένα νομικό πλαίσιο για τον καθορισμό των τρόπων διέλευσης της ανοιχτής θάλασσας και του βαθμού εκμετάλλευσης του βυθού από τα καπιταλιστικά κράτη, σε συνάρτηση με τις ολοένα αυξανόμενες δυνατότητες (κι επιθυμίες) πρόσβασης κι εκμετάλλευσης. Φυσικά, δεν έχουν όλα τα κράτη τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης στο βυθό, οπότε το όλο θέμα είχε ως αρχικό κίνητρο τη νομική δικαιολόγηση της εκμετάλλευσής του από όσους μπορούσαν να τον εκμεταλλευτούν και τη δημιουργία μιας αρχικής παρακαταθήκης πριν… γίνουν πολλοί αυτοί που θα αποκτούσαν μια τέτοια δυνατότητα. Εν ολίγοις, όποιος μπορούσε να κυριαρχήσει και να εκμεταλλευτεί την ανοιχτή θάλασσα γύρω από τη στεριά του επιθυμούσε και μια διεθνώς αναγνωρισμένη νομική διευθέτηση για να κατοχυρώσει στους αιώνες αυτό το δικαίωμά του.

Οι κατά καιρούς διακρατικές συναντήσεις για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελούν τους τόπους όπου οι διεθνολόγοι προτείνουν τις ιδέες τους για το νομικό πλαίσιο, τα κρατικά επιτελεία διαφωνούν μεταξύ τους και διορθώνουν τις προτάσεις τους και όσα κράτη συμφωνούν κάθε φορά υπογράφουν το νέο πλαίσιο. Από την πρώτη τέτοια συνάντηση που έγινε το 1940 μέχρι σήμερα, η νομική κατάτμηση του θαλάσσιου χώρου έχει περάσει από μύρια κύματα: κάθε νέα τεχνολογική δυνατότητα επιτρέπει την πρόσβαση κι εκμετάλλευση πιο βαθέων υδάτων, η οποία δημιουργεί ένα νέο πεδίο διακρατικών τριβών και οδηγεί σε μια ανάγκη διεύρυνσης του κομματιού του θαλάσσιου χώρου που πρέπει να συμπεριλαμβάνει το διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας [4]. Από ένα θαλάσσιο δίκαιο που ασχολούταν με τρία ναυτικά μίλια από τη στεριά, περάσαμε στον καθορισμό των χωρικών υδάτων (12 ν.μ. από τη στεριά), της υφαλοκρηπίδας και – πιο πρόσφατα – της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (200 ν.μ.).

Θα μείνουμε μόνο στο πολιτικά ενδιαφέρον κομμάτι της σχετικής νομοθεσίας. Η ζώνη χωρικών υδάτων (12 ν.μ. από τη στεριά) αποτελεί καθαρά νομικό ορισμό, σύμφωνα με τον οποίον το παράκτιο κράτος έχει απόλυτη εξουσία εκμετάλλευσης και πρόσβασης (ή απαγόρευσης πρόσβασης) στη συγκεκριμένη ζώνη. Η “υφαλοκρηπίδα” [5] δε θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα εδώ: είναι ένας όρος εν μέρει νομικός και εν μέρει γεωλογικός που επιχειρήθηκε να καθορίσει τα δικαιώματα της εκμετάλλευσης του βυθού περί τα 200 ν.μ. από την ακτή και χρησιμοποιήθηκε πολύ κατά τη δεκαετία του ’80 και του ’90 στα μέρη μας για την τεκμηρίωση των διεκδικήσεων του ελληνικού κράτους έναντι του τουρκικού. Σήμερα, είναι ένας παρωχημένος νομικός όρος και έχει αντικατασταθεί από τον αποτελεσματικότερο όρο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), η οποία ορίζεται ως η «η πέραν και παρακείμενη της αιγιαλίτιδας ζώνης (σ.σ. εθνικά ύδατα) περιοχή, το πλάτος της οποίας μπορεί να φτάσει τα 200 ναυτικά μίλια (νμ) από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης και εντός της οποίας το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, σε θέματα που έχουν σχέση με την εξερεύνηση, την εκμετάλλευση, τη διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πηγών ζώντων ή μη των υδάτων, του βυθού και υπεδάφους της θάλασσας, καθώς και κυριαρχικά δικαιώματα, που αναφέρονται στην εξερεύνηση και οικονομική εκμετάλλευση των ρευμάτων και των υπερκείμενων της θάλασσας ανέμων» (Θεόδωρος Καρυώτης, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Maryland).

Έχουμε λοιπόν τα 12 ν.μ. που δικαιούται κάθε παράκτιο κράτος ως “χωρικά ύδατα” και άλλα 200 ν.μ. πέρα από αυτά που αποτελούν την ΑΟΖ του και στα οποία έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι αναφέρθηκε παραπάνω. Αυτός είναι ο πιο πρόσφατος ορισμός στην προσπάθεια να μοιραστούν τα δικαιώματα των παράκτιων κρατών στην ανοιχτή θάλασσα από την οποία περιβρέχονται και στο βυθό της. Τα παράκτια κράτη που ωφελούνταν από αυτήν τη διευθέτηση υπέγραψαν τη σχετική σύμβαση το 1982 και ανακοίνωσαν – τρόπον τινά – την περιοχή της θάλασσας που δικαιούνταν. Ωστόσο, η αλληλεπίδραση της υλικής γεωγραφικής πραγματικότητας και των νομικών διευθετήσεων των διακρατικών ανταγωνισμών επί του εδάφους συχνά έχει πολύ περίεργα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ένα κράτος που έχει ένα νησάκι του πολύ μακριά από τον ηπειρωτικό όγκο του και πολύ κοντά στον ηπειρωτικό όγκο ενός άλλου κράτους δικαιούται άραγε ένα “σκασμό” ΑΟΖ; Aν οι ΑΟΖ δύο κρατών αλληλοεπικαλύπτονται, πώς τραβιέται η διαχωριστική γραμμή; Και τι γίνεται αν η διαχωριστική γραμμή αφήνει το ένα κράτος γεωπολιτικά υπερκερδισμένο και το άλλο κράτος γεωπολιτικά αποκλεισμένο; Κάπου εδώ η διεκδίκηση (θαλάσσιου) χώρου παύει να είναι ζήτημα νομικών διευθετήσεων και γίνεται ζήτημα πολιτικής ισχύος. Επίσης, κάπου εδώ ανοίγει άλλο ένα παράθυρο: η χρήση των ΑΟΖ και των σχετικών χαρτών ως εργαλείο για την επιβολή συγκεκριμένων ιδεολογικών αντιλήψεων ισχύος – κυρίως στο εσωτερικό ενός κράτους. Ας περάσουμε λοιπόν στα πιο “δικά μας”.

Η “Ελληνική” ΑΟΖ…

Αρχικά, μιλώντας για την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση αναφορικά με το ζήτημα των ΑΟΖ πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας τα εξής:

– Το ζήτημα του καθορισμού των ελληνοτουρκικών Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών είναι ένα ζήτημα καθορισμού των ελληνοτουρκικών θαλάσσιων συνόρων.
– Το τουρκικό κράτος δεν έχει υπογράψει τη σχετική Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS III) – όπως και αρκετές άλλες – διότι, προς το παρόν, πλήττεται γεωπολιτικά από το νομικό πλαίσιο. Επίσης, οι Η.Π.Α. δεν την έχουν υπογράψει λόγω της διαφωνίας τους με το άρθρο ΧΙ, το οποίο – αν επικύρωναν – θα έπληττε τα μελλοντικά τους δικαιώματα στην εκμετάλλευση του διαστημικού χώρου (!) [6].
– Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις διεκδίκησης τεράστιων ΑΟΖ χάριν πολύ μικρών βραχονησίδων (όπως η ελληνοτουρκική περίπτωση) όπου η “διεθνής κοινότητα” αποφάνθηκε σε βάρος των κρατών που κατείχαν τις βραχονησίδες (ουκρανικό Φιδονήσι, βρετανικά νησιά Guernsey και Jersey, γαλλοκαναδική “μπαγκέτα”) [7].

1

Το ζήτημα λοιπόν έχει ως εξής: το ελληνικό κράτος – εφαρμόζοντας σχολαστικά τα προβλεπόμενα από το Διεθνές Δίκαιο που αναφέρονται παραπάνω – ανακοινώνει ότι δικαιούται θαλάσσιο χώρο 200 ν.μ. από τις ακτές της (βλ. εικόνα αριστερά). Η ελληνική επικράτεια είναι “προικισμένη” με πληθώρα νησιών (άρα και με μια πληθωρική ακτογραμμή) αλλά στο προκείμενο της αντιπαράθεσης μας ενδιαφέρουν τα νησιά που βρίσκονται στα όρια αυτής της επικράτειας. Το θέμα δεν έχει ενδιαφέρον λόγω των πολλών νησιών του Αιγαίου που βρίσκονται ούτως ή άλλως σε απόσταση αναπνοής από τα τουρκικά παράλια – και των οποίων η οριοθέτηση της ΑΟΖ δεν αποτελεί μεγάλο διακύβευμα. Το θέμα αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον όταν συμπεριλάβουμε στην παραπάνω εικόνα τρεις κουκίδες γης που αποτελούν προίκα προς το ελληνικό κράτος για τη συμμετοχή του στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των αστικών δημοκρατιών: το Καστελόριζο και τις νησίδες Ρω και Στρογγύλη.
Η κατά γράμμα εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων θα προίκιζε –χάριν των “τριών κουκίδων”– το ελληνικό κράτος με μια ΑΟΖ που θα το έφερνε να συνορεύει με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Και επειδή όπως είπαμε η ΑΟΖ είναι ένας απόλυτα υλικός χώρος, το ελληνικό κράτος θα προικιζόταν με έδαφος το οποίο:

(α) θα δημιουργούσε έναν γεωγραφικά, στρατιωτικά και οικονομικά συνεκτικό χώρο (λόγω της συμμαχίας Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ-Αιγύπτου) σε ένα σημαντικότατο γεωπολιτικά σημείο του πλανήτη (το Νοτιοανατολικό “καπάκι” της Μεσογείου).
(β) θα απέκλειε την έξοδο πλοίων του ανταγωνιστικού τουρκικού κράτους στη Μεσόγειο δίχως την άδεια του ελληνικού κράτους.

Δεν αναφέρουμε το πρόσθετο όφελος της αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης του θαλάσσιου υπεδάφους της διεκδικούμενης ΑΟΖ, διότι δε γνωρίζουμε κάτι για τις πρώτες ύλες του κομματιού αυτού και, επιπλέον, διότι τα πολυδιαφημιζόμενα κοιτάσματα πετρελαίου της περιοχής είναι αρκετά αμφίβολης αγοραίας αξίας. Αν διαβαστεί τώρα η παρούσα παράγραφος από την αντίθετη μεριά, γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο αντιστοίχως ασύμφορα είναι τα πράγματα για την τουρκική πλευρά.

Όπως είπαμε, η Διεθνής Συνθήκη για τις ΑΟΖ δε δεσμεύει παρά μόνο όσους την έχουν υπογράψει. Η Άγκυρα έχει σαφείς λόγους να μην υπογράψει και αν ποτέ το κάνει θα είναι μόνο προς την κατεύθυνση μιας εναλλακτικής διευθέτησης για τις ΑΟΖ της περιοχής (βλ. Εικόνα 1). Η επιχειρηματολογία της Άγκυρας επ’ αυτού είναι ότι η χάραξη των ΑΟΖ στη συγκεκριμένη περιοχή πρέπει να αποκλίνει όσων προβλέπει γενικά το Δίκαιο της Θάλασσας λόγω της πολύ κοντινής απόστασης των ελληνικών νησιών από τα τουρκικά παράλια και επειδή η εφαρμογή αυτού του Δικαίου θα εμπόδιζε την έξοδο στη Μεσόγειο ενός κράτους 70 εκατομμυρίων χάριν των 500 συνολικά κατοίκων των τριών “ελληνικών κουκίδων” (Καστελόριζου-Ρω-Στρογγύλης). Και κάτι εξίσου σημαντικό: ακόμα και αν – όπως ακούγεται συχνά – το ζήτημα των ελληνοτουρκικών ΑΟΖ παραπεμφθεί σε κάποια διεθνή αρχή για να επιλυθεί, το πιο πιθανό είναι να δικαιωθεί η τουρκική πλευρά. Παρόμοιες περιπτώσεις με την ελληνοτουρκική (νησάκια-θύλακες εντός μεγαλύτερων θαλάσσιων ζωνών και νησάκια αποκομμένα από την ενδοχώρα τους που βρίσκονται πολύ κοντά σε ξένες επικράτειες) έχουν εκδικαστεί στο παρελθόν και έχουν λήξει σε βάρος των κρατών που κατείχαν τις βραχονησίδες.

Επομένως, τα αυταπόδεικτα δικαιώματα του ελληνικού κράτους στην ανοιχτή θάλασσα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου δεν είναι παρά ευσεβείς πόθοι. Ομαδοποιήσεις της μορφής “κράτος” που ασχολούνται οργανωμένα με την εξασφάλιση ισχύος σπάνια κάνουν μάταια πράγματα – ακόμη και αν πρόκειται για δευτεροκλασάτα κράτη σαν το ελληνικό. Ας δούμε λοιπόν λίγο πριν το τέλος πού μπορεί να στοχεύει η περί των ΑΟΖ φιλολογία.
…και η-ΑΟΖ-των-Ελλήνων

Είδαμε πως οι διεκδικήσεις του ελληνικού κράτους για θαλάσσιο χώρο με τη μορφή ΑΟΖ δε δεσμεύουν την τουρκική πλευρά αν δεν υπογράψει κι εκείνη την αντίστοιχη διεθνή συνθήκη ή αν δεν αναγκαστεί να το κάνει από ένα διεθνές δικαστικό όργανο. Είδαμε και τους λόγους για τους οποίους δεν πρόκειται να την υπογράψει και δεν πρόκειται να δικαιωθεί δικαστικά η ελληνική πλευρά. Τέλος, είπαμε (και θα ξαναπούμε) πως η ΑΟΖ είναι υλικός χώρος, έδαφος, σύνορα, ένα πράγμα δηλαδή για το οποίο παλιά φανατίζονταν άνθρωποι, φτιάχνονταν συνθήματα στο στρατό και – εν τέλει – γίνονταν πόλεμοι.

Κατ’ αρχάς ας ξαναρίξουμε μια ματιά στην πρώτη εικόνα της σελίδας 42: είναι παρμένη από τον αστικό τύπο και η λεζάντα της αξίζει προσοχής. Όσοι διαβάσατε προσεκτικά τα παραπάνω θα είστε σε θέση πλέον να καταλάβετε πόσο “κούφια” είναι η επιγραφή “τι ισχύει σήμερα”. Η λεζάντα αυτή λοιπόν είναι χαρακτηριστική του τρόπου που έχουν επιλέξει τα ελληνικά μίντια να καλύπτουν το ζήτημα της ΑΟΖ και υποδηλώνει την πολιτική σκοπιμότητα αυτής της επιλογής. Τα μίντια επιχειρούν με συνέπεια, συνέχεια και επιμέλεια να μας πείσουν ότι η εν λόγω ΑΟΖ ανήκει “ήδη” στο ελληνικό κράτος, ότι την δικαιούται βάσει διεθνών νόμων και ότι το τουρκικό κράτος (για “άλλη μια φορά”) παρανομεί και δεν την αναγνωρίζει. Η πολιτική σκοπιμότητα λοιπόν έγκειται στη δημιουργία μιας κοινής γνώμης φιλικά προσκείμενης στις επεκτατικές βλέψεις του ελληνικού κεφαλαίου, στη σφυρηλάτηση μιας νέας εθνικής ομοψυχίας μέσω της καθημερινής μιντιακής εκπαίδευσης [8] στα νέα εθνικά δίκαια του ελληνικού κράτους. Πιο απλά, μιλάμε για τη συσπείρωση στη βάση του συναισθηματικού εντυπωσιασμού (δηλαδή στη βάση του δοκιμασμένου, παλιού, καλού πατριωτισμού) ή/και των υλικών συμφερόντων μιας επαρκούς πληθυσμιακής μάζας που θα συμμαχήσει πολιτικά με την επεκτατική ατζέντα του ελληνικού κράτους.

Αναφορικά με τα υλικά συμφέροντα, η κίνηση του ζητήματος της ΑΟΖ στα μίντια συμπεριλαμβάνει πάντα έντονες αναφορές σε πετρελαϊκά κοιτάσματα τόσο στην περιοχή της “ελληνικής” όσο και της “ελληνοκυπριακής” ΑΟΖ [9]. Η επιχειρηματολογία περί των κοιτασμάτων αυτών στοχεύει να πείσει ότι η υψηλή αγοραία αξία τους θα δημιουργήσει έσοδα και θέσεις εργασίας προς όφελος των δύο κρατών. Εδώ ακριβώς συναντιούνται τα υλικά συμφέροντα του ελληνικού κράτους με εκείνα των υποστηρικτών του στο εσωτερικό της κοινωνίας. Ωστόσο, πρόκειται για μια καθαρά μιντιακή συνάντηση διότι η αγοραία αξία ενός πετρελαϊκού κοιτάσματος εξαρτάται από την ποσότητά του στο υπέδαφος που είναι τεχνολογικά εφικτό, οικονομικά συμφέρον και πολιτικά επιτρεπτό να εξαχθεί. Η αλήθεια είναι ότι οι αναφορές που βρήκαμε στον διεθνή τύπο για τα κοιτάσματα των “ελληνικών” και “ελληνοκυπριακών” ΑΟΖ ήταν μετριοπαθέστατες, τουλάχιστον με βάση την οικονομική, τεχνολογική και πολιτική πραγματικότητα που επικρατεί μέχρι στιγμής [10]. Εν ολίγοις, η πρεμούρα για την οικονομική αξία των κοιτασμάτων αυτών είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τα ελληνικά μίντια και εξυπηρετεί την παραπάνω πολιτική σκοπιμότητα, δηλαδή την πρόσδεση των υλικών συμφερόντων ενός κομματιού του ντόπιου πληθυσμού με τις επεκτατικές βλέψεις του ελληνικού κράτους.

Και αν τα ενεργειακά κοιτάσματα στον διεκδικούμενο θαλάσσιο χώρο είναι αμφίβολης οικονομικής αξίας βραχυπρόθεσμα, ο διεκδικούμενος θαλάσσιος χώρος καθαυτός έχει αναμφισβήτητη γεωπολιτική αξία για το ελληνικό κράτος στο παρόν. Γεωπολιτικά, ένας χώρος μπορεί να έχει αξία ακόμη και ως πέρασμα και, όπως είπαμε πιο πάνω, η τυχόν ευτυχής κατάληξη των επιδιώξεων του ελληνικού κράτους θα κατέληγε στη δημιουργία μιας ενιαίας χωρικά, οικονομικά και στρατιωτικά ζώνης ελεγχόμενης από τέσσερα συμμαχικά κράτη (βλ. εικόνα σελ. 42). Η ζώνη αυτή θα δημιουργούσε ένα πέρασμα προς τη Μέση Ανατολή ελεγχόμενο από δυνάμεις με κοινό –προς το παρόν– προσανατολισμό συμφερόντων [11]. Το ελληνικό κράτος –που είναι ολόκληρο ένα οικόπεδο με υψηλή γεωπολιτική αξία– από την ίδρυσή του φροντίζει να κεφαλαιοποιεί τη νευραλγική θέση του τοποθετούμενο καταλλήλως εντός των διακρατικών συγκρούσεων της περιοχής για την εξασφάλιση εδαφικών, οικονομικών και κάθε είδους πολιτικών ανταλλαγμάτων. Και αν (λέμε αν!) στην παρούσα συγκυρία επιδιώξει πάλι να βελτιώσει τις τύχες του εν μέσω της κρίσης μέσω της ανάμειξης σε μια διακρατική σύγκρουση, τότε το ζήτημα των ΑΟΖ είναι προνομιακό. Και λέμε πως είναι προνομιακό επειδή αφορά σε άλλα τρία κράτη της περιοχής ανταγωνιστικά προς το τουρκικό (η μονομερής ελληνοτουρκική σύγκρουση προφανώς δε γοητεύει), επειδή αφορά σε θαλάσσιες διεκδικήσεις επί των οποίων υπάρχει σχετική συνεκτικότητα άποψης στον ντόπιο πληθυσμό (όπως εξηγήθηκε παραπάνω) [12] και επειδή μια τυχόν ευτυχής εξέλιξη θα προικίσει το ελληνικό κράτος με έναν θαλάσσιο χώρο που θα έχει πολλαπλάσιες δυνατότητες έναντι ακόμα και των συμμάχων του. Για εμάς λοιπόν, είναι πιο ασφαλές να εστιάζουμε στη γεωπολιτική σημασία των κινήσεων του ελληνικού κράτους στο ζήτημα της διαμάχης για τη χάραξη των ΑΟΖ (που μπορεί να γίνεται αντιληπτό ως ζήτημα “χάραξης θαλάσσιων συνόρων”) και στη γεωστρατηγική αξία αυτών των κινήσεων εν μέσω των διακρατικών ανταγωνισμών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Φυσικά και δεν υποστηρίζουμε κάποια ντετερμινιστική γραμμικότητα στις μελλοντικές επιλογές του ελληνικού κράτους. Αναλύουμε απλώς τις συνιστώσες του ζητήματος του ανταγωνισμού επί των ΑΟΖ και εξετάζουμε τα ενδεχόμενα. Προς το παρόν, η επιμέλεια στις τετριμμένες κινήσεις του ΑΟΖ-ικού ανταγωνισμού (διμερείς συναντήσεις όπου συμφωνείται η διαφωνία, στρατιωτικές ασκήσεις και ερευνητικές αποστολές άνευ αδείας, καταγγελτικές συνεντεύξεις τύπου του ΥΠ.ΕΞ.) είναι μια απαραίτητη δουλειά “μυρμηγκιού” που πρέπει να γίνεται και δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα φάση των διακρατικών ανταγωνισμών. Τη στιγμή που ολόκληρος ο πλανήτης μοιάζει με μια σκακιέρα που έχει πάρει φωτιά, κανείς δε βιάζεται να πάρει οριστικές αποφάσεις ή να επιλέξει δρόμους από τους οποίους ενδεχομένως δε θα υπάρχει γυρισμός αν δεν εξασφαλίσει μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας. Από τη μια πλευρά, η φαινομενολογία του τετριμμένου των κινήσεων του ελληνικού κράτους δείχνει ότι δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα για αποφάσεις. Από την άλλη όμως, η επαναληπτικότητα του τετριμμένου δείχνει ότι θέλει να βρίσκεται στο μονοπάτι εκείνο όπου θα χρειαστεί κάποια στιγμή να πάρει τέτοιες αποφάσεις. Και εννοούμε αποφάσεις σχετικές με χώρο και με πόλεμο.

[1] Ο ορισμός που δίνουμε εδώ για τα εθνικά θέματα αποτελεί παράφραση του εξής ορισμού της γεωπολιτικής: «Μελέτη της αλληλεπίδρασης του φυσικού γεωγραφικού διαμελισμού και του ανθρώπινου πολιτισμικού οικοδομήματος με σκοπό την εξασφάλιση της οικονομικής και της στρατιωτικής κυριαρχίας μιας Δύναμης πάνω σε έναν συγκεκριμένο χώρο του πλανήτη» (Ιωάννης Λουκάς, Η γεωπολιτική).

[2] Επειδή τόσο περίπου ήταν το βεληνεκές βολής των κανονιών στα παράκτια φρούρια. Καραβανάδικο ευφυολόγημα της εποχής: «H κυριαρχία στη γη οριοθετείται από το βεληνεκές των όπλων σου».

[3] Μία μελλοντική ενασχόληση με την μοιρασιά του εναέριου χώρου μεταξύ των κρατών μετά την πύκνωση των τεχνολογιών πτήσης θα διαφώτιζε σχετικά.

[4] Η σχετική διεθνής ορολογία: χωρικά ύδατα = territorial waters, υφαλοκρηπίδα = continental shelf, αποκλειστική οικονομική ζώνη = Exclusive Economic Zone (βλ. εικόνα σελ. 39).

[5] O φυσικός ή γεωλογικός παράγοντας είναι απείρως πολύπλοκος και δημιουργούσε νομικά προβλήματα, όπως συμβαίνει συχνά σε ζητήματα κυριαρχίας.

[6] Βλ. σχετικά την κριτική του πρώην υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Ράμσφελντ στη διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (εφημερίδα Washington Post, 14 Ιουνίου 2012).

[7] Μεταφρασμένα στοιχεία από το International Court of Justice, Maritime Delimitation in the Black Sea για τις τρεις αυτές διενέξεις υπάρχουν στην ιστοσελίδα antifascripta.net στο κείμενο “Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες και κανόνια”.

[8] Δεν υποστηρίζουμε πως τα μέσα μαζικής πληροφόρησης είναι τόσο ισχυρά, ούτε πως οι ανθρώπινες κοινωνίες και οι σχέσεις τους είναι τόσο μονόπλευρες, ώστε να αρκεί μια μιντιακή εκστρατεία για να πείσει ή να εντυπωσιάσει καθολικά έναν πληθυσμό. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μιντιακή κάλυψη του ζητήματος έχει κρατική πριμοδότηση, ποικιλία στα μέσα και επιμελή παρουσία στη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια. Και συν τοις άλλοις, ίσως δε στοχεύει μόνο να πείσει ή να εντυπωσιάσει τους πάντες –των διαφωνούντων συμπεριλαμβανομένων– αλλά έναν “επαρκή” αριθμό από όσους έχουν τη προδιάθεση να πειστούν ή να εντυπωσιαστούν. Το κριτήριο για τον καθορισμό του “επαρκούς” αναπτύσσεται παρακάτω.

[9] Το κοίτασμα για το οποίο γίνεται ο μεγαλύτερος ντόρος ονομάζεται “Αφροδίτη” και βρίσκεται στο “οικόπεδο 12” της “ελληνοκυπριακής” ΑΟΖ.

[10] Όπως είπαμε, η αξία ενός κοιτάσματος πετρελαίου ή φυσικού αερίου δεν είναι μόνο γεωλογικό ζήτημα, αλλά (κυρίως) οικονομικό, τεχνολογικό και πολιτικό. Και αυτά είναι κυμαινόμενα μεγέθη.

[11] Το κλείσιμο του εντύπου συμπίπτει με την τριμερή διακήρυξη Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου της απόφασης για τον από κοινού καθορισμό των ΑΟΖ τους.

[12] Αυτό εξυπηρετεί η εξασφάλιση υποστήριξης στα επεκτατικά σχέδια του κράτους από ένα επαρκές κομμάτι του πληθυσμού: ένας πόλεμος αποτελεί το ύστατο τεστ συνοχής μιας κρατικής δομής.

Βιβλιογραφία
Ιωάννης Λουκάς, Η γεωπολιτική.
Antifa – πόλεμος ενάντια στο φόβο, τ.18, Mare Nostrum και ελληνικός ιμπεριαλισμός.
Antifa – πόλεμος ενάντια στο φόβο, τ.36, Αποκλειστικές οικονομικές ζώνες και κανόνια.

[Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Carex Flacca της κατάληψης Σινιάλο το Νοέμβρη ’14]